Το Φιλί της Μέδουσας: Η Αντίσταση

Γράφει ο Νίκος Παναγοδημητρόπουλος

“Η Αντίσταση”, από το βιβλίο “Το Φιλί της Μέδουσας

Ένα γλυκό αεράκι έκανε τα πεσμένα φύλλα στην άκρη του δρόμου να στροβιλίζονται θροΐζοντας μελωδικά. Ο γκριζομάλλης άνδρας πέρασε αμίλητος μπροστά από τους φρουρούς της πύλης και χάθηκε στο εσωτερικό του μεγάλου σπιτιού, σε ένα από τα ακριβά προάστια της Αθήνας. Η καγκελόπορτα έκλεισε, ενώ στο βάθος οι άνδρες της προσωπικής του ασφάλειας πάρκαραν τα αυτοκίνητα της πομπής του στο κλειστό γκαράζ που βρισκόταν δεξιά από το κυρίως κτίριο.
Ο επικεφαλής της φρουράς έδωσε τις τελευταίες εντολές στους φύλακες της πύλης του σπιτιού και έπειτα στράφηκε στους δύο πεζούς φύλακες που περιπολούσαν με την συνοδεία δύο τεράστιων λυκόσκυλων. Στην θέα του καλοντυμένου άνδρα κούνησαν χαρωπά την ουρά τους, αναγνωρίζοντας και αυτά το ποιος έδινε τις διαταγές εκεί γύρω. Οι μεγάλοι προβολείς άναψαν, λούζοντας τον κήπο σε ένα φως πιο δυνατό και από το φως της ημέρας.

Το σπίτι στον Διόνυσο ήταν ένα απόρθητο φρούριο. Για αυτό άλλωστε και επιλέχθηκε από τους απεσταλμένους του Ευρωπαϊκού κλιμακίου των Αποστατών, για να στεγάσει τον επικεφαλής των δυνάμεων Κατοχής της Ελλάδος. Το ακριβό προάστιο με τους μεγάλους δρόμους και τα σπίτια με τους μεγάλους κήπους και τους ψηλούς φράχτες εξασφάλιζε τόσο την ανωνυμία, όσο και την ασφάλεια, που ήταν το βασικό ζητούμενο για τους νέους φεουδάρχες της χώρας.
Μια μικρή, αόρατη στο γυμνό μάτι πράσινη ακτίνα σημάδεψε το σπίτι και μετά από λίγα δευτερόλεπτα εξαφανίστηκε. Η μαυροντυμένη φιγούρα άνοιξε το μεγάλο φερμουάρ στον μηρό του παντελονιού και έχωσε βιαστικά μέσα την φωτογραφική μηχανή με τις υπέρυθρες ακτίνες. Περπατώντας ανάλαφρα σαν την τίγρη που παραμονεύει το θήραμά της, έφτασε απαρατήρητος στην μαύρη μοτοσικλέτα που διακρινόταν αμυδρά στην άκρη του δρόμου. Την άφησε να τσουλήσει αθόρυβα στην κατηφόρα και όταν πια απείχε αρκετά από το σπίτι, έβαλε μπροστά τον κινητήρα της και κατευθύνθηκε προς το κέντρο της πόλης.

Όταν έφτασε στο Θησείο, περιοχή που πήρε το όνομά της από τον «μυθικό» βασιλιά της Αθήνας Θησέα και ιδρυτή της πρώτης μυστικής ομάδας Φυλάκων της πόλης των Αθηνών, ο Άλκης κατευθύνθηκε με την μηχανή στην γέφυρα του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου. Κοίταξε δεξιά αριστερά για να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχαν νυχτερινοί διαβάτες και όταν σιγουρεύτηκε ότι ήταν μόνος του, πάτησε το κόκκινο κουμπί στο ρολόι που φορούσε στο αριστερό του χέρι.
Η πρόσοψη από το εγκαταλελειμμένο μαγαζί που βρισκόταν μπροστά του χάθηκε μέσα στο έδαφος, αποκαλύπτοντας την είσοδο ενός τούνελ που διέσχισε με την μοτοσικλέτα του, φτάνοντας στον υπόγειο χώρο στάθμευσης του Αρχηγείου της Αντίστασης. Έσβησε τον κινητήρα, τεντώθηκε για να ξεπιαστούν οι μυς του και κατευθύνθηκε στο γραφείο του για να ετοιμάσει την ενημέρωση της ομάδας του για τις τελευταίες εξελίξεις, στα ιδιαίτερα δωμάτια των επικεφαλής των Πολεμιστών της Φλόγας, στην πτέρυγα της Πέμπτης Ομάδας της οποίας ηγείτο.

Ο Άλκης κάθισε μπροστά στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Ακούμπησε τον δεξί του αντίχειρα σε μια ειδική υποδοχή στο πληκτρολόγιο και η συσκευή τέθηκε σε λειτουργία, αναγνωρίζοντας το προσωπικό του δακτυλικό αποτύπωμα. Έβγαλε την φωτογραφική του μηχανή από την τσέπη του μαύρου στρατιωτικού του παντελονιού και με την βοήθεια ενός καλωδίου την συνέδεσε στον υπολογιστή. Ο πανίσχυρος επεξεργαστής ξεκίνησε να αποθηκεύει τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει από την αναγνωριστική του βόλτα στο σπίτι του επικεφαλής της Τριαρχίας.

… η συνέχεια στο βιβλίο.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Το Φιλί της Μέδουσας» μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

©2004-2020 Νικόλαος Σ. Παναγοδημητρόπουλος
Σύμβουλος Επιχειρήσεων – Συγγραφέας

Όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο είναι νομικά κατοχυρωμένα και προστατεύονται από τον Νόμο περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται ρητώς η ολική ή μερική αναδημοσίευσή τους, χωρίς να αναφέρεται η Πηγή και το όνομα του συγγραφέα.