Το Φιλί της Μέδουσας: Νύχτες με τον Εχθρό

Γράφει ο Νίκος Παναγοδημητρόπουλος

Σε λιγότερο από δέκα λεπτά έφτασαν στο σπίτι του. Ο Άλκης άνοιξε την πόρτα και πέρασαν μέσα χωρίς να την καλέσει, αφήνοντας την ίδια να περάσει μέσα πρώτη, φαινομενικά από ευγένεια, τσεκάροντας όμως διακριτικά και την φύση της, πιστός στις παραδόσεις που λένε πως κανένας βρικόλακας δεν μπορεί να μπει στο σπίτι σου και στην ζωή σου αν εσύ δεν τον καλέσεις, τόσο μεταφορικά, όσο και κυριολεκτικά.

Η Μαρία πέρασε με αυτοπεποίθηση το κατώφλι και μπήκε στο σπίτι, με τον Άλκη πίσω της να την ακολουθεί κλείνοντας την πόρτα.
«Ζητώ συγγνώμη για την ακαταστασία, δεν περίμενα επισκέψεις απόψε για να είμαι ειλικρινής», απολογήθηκε ο Άλκης καλωσορίζοντάς την σε ένα άψογα για εργένη τακτοποιημένο σπίτι, μιας και ήταν από πριν σίγουρος για την εξέλιξη της βραδιάς. Ήταν αυτονόητο βέβαια πως το σπίτι δεν ήταν δικό του, ήταν ένα κατάλληλα διαμορφωμένο κρησφύγετο της Αντίστασης. Ο Άλκης σαν υψηλόβαθμο στέλεχός της ζούσε στο Αρχηγείο, το Κέντρο Επιχειρήσεων του Τομέα στην Αθήνα, απόλυτα προστατευμένος, αλλά και με άμεση πρόσβαση στην ομάδα του.
«Μα τι λες τώρα, το σπίτι σου είναι τέλειο», απάντησε η Μαρία ρίχνοντας μια αφηρημένη ματιά στο σπίτι και επιστρέφοντας γρήγορα το βλέμμα της στον Άλκη, με το στόμα μισάνοιχτο και την ανάσα της να έχει γίνει κοφτή.
«Να βάλω κάτι να πιούμε;» ρώτησε ο Άλκης διαψεύδοντας την προσμονή της να την φιλήσει και εντείνοντας την δυναμικότητα του πεδίου ανάμεσά τους, έτσι ώστε να μην χρειάζεται παρά μια μικρή σπίθα για να πάρουν φωτιά οι δυο τους μέσα στις δίνες του Πάθους.
«Ναι ευχαριστώ, ένα ουίσκι με πάγο για να χαλαρώσουμε, θα το έπινα.»
«Να χαλαρώσουμε; Δεν είναι κρίμα να αφήσουμε την διέγερσή μας να πάει χαμένη;» ρώτησε περιπαικτικά ο Άλκης παίρνοντας δύο ποτήρια για να σερβίρει το ουίσκι.
«χμμμ… έχεις πονηρό μυαλό. Τι έχεις κατά νου; Να ξέρεις πως δεν είμαι από τα κορίτσια που «κάθονται» από το πρώτο ραντεβού» του απάντησε ναζιάρικα, μέσα στο πλαίσια του Μεγάλου Παιχνιδιού της Κατάκτησης.
«Αυτό είναι καλό. Δεδομένου ότι αυτό μπορούμε να το θεωρήσουμε σαν δεύτερο ραντεβού, το πρώτο ήταν στην καφετέρια», έκλεισε το μάτι με παιχνιδιάρικη αυτοπεποίθηση ο Άλκης.
«ααα… αυτό δεν μετράει. Αυτό ήταν αναγνώριση εδάφους.»
«Μάλιστα… χρησιμοποιούμε και εκφράσεις κυνηγιού βλέπω. Βλέπεις τον εαυτό σου σαν θήραμα ή σαν κυνηγό;»
«Εσύ είσαι ο άνδρας, εσύ θα πρέπει να είσαι ο κυνηγός.»
«Θεωρητικά ναι. Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη γοητεία από το κυνηγάς ένα θήραμα που σε έχει κάνει να πιστέψεις πως είναι θήραμα, μα στην Πραγματικότητα θέλει το κεφάλι σου για τρόπαιο κυνηγιού.»

Ξεχωριστά βιβλία…
για ξεχωριστούς ανθρώπους

Η Μαρία έκανε λίγο πίσω διακρίνοντας στον Άλκη κάτι που δεν είχε προσέξει πιο πριν, όταν πίστευε πως τον είχε ξελογιάσει δίνοντάς του την συναισθηματική ασφάλεια που ο ίδιος είχε ανάγκη, ή τουλάχιστον έδειχνε πως είχε ανάγκη. Έβλεπε στα γκριζογάλανα μάτια του που έλαμπαν μια θηριώδη ενέργεια, μια Δύναμη πέρα από κάθε περιγραφή. Μια δύναμη που ένιωθε πια να την καθηλώνει, σαν το θήραμα που έχει παραλύσει μπροστά στο βλέμμα μιας τίγρης, η οποία το πλησιάζει αργά αργά για να μπήξει τα δόντια της στην σάρκα του.
Ο Άλκης, σαν να διάβασε τις σκέψεις της, την πλησίασε και πέρασε την ανάστροφη της παλάμης του από το μάγουλό της, ένα μαγικό πέρασμα που έκανε την Μαρία να ανατριχιάσει και να τον κοιτάξει σαν υπνωτισμένη.
«Είσαι καλά; Μήπως θέλεις να σε πάω στο σπίτι σου; Ξαφνικά άλλαξε η διάθεσή σου», την ρώτησε.
«Όχι, μια χαρά είμαι. Μπορείς να μου κάνεις μια χάρη;»
«Βέβαια, ό,τι θέλεις, αν μπορώ.»
«Μπορείς… και θέλεις», του είπε εκείνη πλησιάζοντάς τον και ξεκουμπώνοντας το πουκάμισό του, «πάρε με τώρα, σε θέλω μέσα μου.»

Ο Άλκης της έβγαλε την μπλούζα, ενώ η γλώσσα του μανιασμένη εξερευνούσε το στόμα της, σε μια αναμέτρηση με την δική της. Μέχρι να φτάσουν στην κρεβατοκάμαρα είχαν μείνει και οι δύο γυμνοί, με τα χέρια τους να εξερευνούν σπιθαμή προς σπιθαμή ο ένας το κορμί του άλλου. Όταν ξάπλωσαν και μπήκε μέσα της, ένας αναστεναγμός Ηδονής και ένας σπασμός από το κορμί της, του έδειξαν πως η Μαρία ήταν ευχαριστημένη με την χάρη που της έκανε.
Την χάρη που του έκανε.
Την Χάρη που τους δόθηκε…

Μπαινόβγαινε μέσα της άλλοτε τρυφερά και άλλοτε μανιασμένα… άλλοτε την έβλεπε φτιαγμένη από αλάβαστρο που φοβόταν να μην σπάσει και άλλοτε φτιαγμένη από πέτρα την οποία προσπαθούσε με την ορμή του να σμιλέψει δίνοντας της μια άλλη, ασχημάτιστη ακόμη μορφή. Τα χέρια του ανεβοκατέβαιναν στο κορμί της κάνοντάς την να σπαρταράει, ενώ η ανάσα του καυτή φλόγιζε το στήθος της.
Έφτασαν μαζί στην κορύφωση, η Μαρία τεντώνοντας το σώμα της προς τα πάνω διαγράφοντας μια υπέροχη καμπύλη και ο Άλκης να διαγράφει με το δικό του σώμα μια αντίθετης φοράς καμπύλη, άψογα σμιλεμένοι και οι δύο σαν ένας αόρατος διαβήτης να είχε οριοθετήσει το σχήμα της σάρκινης ένωσής τους.

… η συνέχεια στο βιβλίο.

Ένα μυθιστόρημα «Επιστημονικής Φαντασίας» για τα χρόνια της Κρίσης και την Μαύρη Σκιά που έχει βυθίσει τον πλανήτη Γη στο Σκοτάδι, με τελευταίο προπύργιο Αντίστασης την Κατεχόμενη Ελλάδα των Μνημονίων.

Όταν κλείσετε αυτό το βιβλίο, η Πραγματικότητα γύρω σας δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια…
ΕΣΕΙΣ δεν θα είστε ποτέ ξανά οι ίδιοι.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Το Φιλί της Μέδουσας» μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

©2004-2020 Νικόλαος Σ. Παναγοδημητρόπουλος
Σύμβουλος Επιχειρήσεων – Συγγραφέας

Όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο είναι νομικά κατοχυρωμένα και προστατεύονται από τον Νόμο περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται ρητώς η ολική ή μερική αναδημοσίευσή τους, χωρίς να αναφέρεται η Πηγή και το όνομα του συγγραφέα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *