Το Φιλί της Μέδουσας: Ο Δρόμος που δεν ήταν εκεί…

Γράφει ο Νίκος Παναγοδημητρόπουλος

Ο Άλκης έκλεισε τον υπολογιστή και το φως και ξάπλωσε για να κοιμηθεί. Ήταν δύο μέρες ξάγρυπνος, το σώμα του ήταν ταλαιπωρημένο και το μυαλό του δεν είχε την συνηθισμένη του διαύγεια.
Βυθίστηκε σε έναν βαθύ ύπνο. Στο όνειρό του είδε πως περπατούσε σε ένα δρομάκι.
¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬ ¬

Ξεχωριστά βιβλία…
για ξεχωριστούς ανθρώπους

Θυμόταν εκείνο το μικρό δρομάκι όλη του την ζωή.
Παράξενο… μιας και πριν λίγο το είδε για πρώτη φορά στη ζωή του. Και ακόμη πιο παράξενο ήταν το ότι ακριβώς απέναντι από το δρομάκι εκείνο βρισκόταν το σπίτι του.
«Πώς είναι δυνατόν;» σκέφτηκε. «Αυτόν τον δρόμο τον έχω βαδίσει άπειρες φορές…
αλλά δεν τον έχω περπατήσει καμία.»
Η λογική του τού φώναζε πως δεν μπορεί να υπάρχει ένας δρόμος που δεν έχει δει ποτέ του, απέναντι ακριβώς από το σπίτι που ζούσε εδώ και κοντά 40 χρόνια. Ένας δρόμος όπου τα πόδια του, με την δική τους αυτόνομη θέληση, τον οδηγούσαν ήδη προς τα εκεί που βρισκόταν.

Κοντοστάθηκε στην αρχή του δρόμου. Η ανατριχίλα που ξεκινούσε από χαμηλά στην πλάτη του και διέτρεχε την σπονδυλική του στήλη ήταν μια ένδειξη πως βρισκόταν μπροστά σε κάτι Αλλόκοσμο…
Έναν δρόμο που απλωνόταν ΖΩΝΤΑΝΟΣ μπροστά του…
Έναν δρόμο που ένιωθε πως ΠΡΕΠΕΙ να πάρει…
Έναν δρόμο που φοβόταν να πάρει, γιατί βαθιά μέσα του ήξερε που καταλήγει…
«Δεν βαριέσαι;» σκέφτηκε. «Σάμπως έχω να χάσω τίποτα; Κανείς δεν με περιμένει στο σπίτι. Σε κανέναν δεν θα λείψω. Και σίγουρα και εγώ δεν έχω τίποτα απολύτως για να μου λείψει. Ας πάω… και όπου βγει…»

Αφέθηκε στην δύναμη που τον τραβούσε σε εκείνο το δρομάκι που λουζόταν σε ένα απόκοσμο, ιώδες χρώμα. Σαν ένας άλλος Οδυσσέας, χωρίς την ασφάλεια δεσμών αυτή την φορά, μαγεμένος από το Τραγούδι των Σειρήνων, το Κάλεσμα της Κίρκης και της Καλυψούς και της Πηνελόπης… της Τριπλής Κυράς ολάκερης της Ύπαρξής του.
Της Πλανεύτρας… της Ερωμένης… της Συντρόφου…
Κοίταξε το όνομα του δρόμου ψηλά στην χρυσογάλανη πινακίδα του δρόμου.
«Εκάτης… πόσο ταιριαστό όνομα», σκέφτηκε. Η θεά του Κάτω Κόσμου, η θεά του Αόρατου και Σιωπηλού Κόσμου, η Κυρά των Τρίστρατων, μια άλλη μορφή της Τριπλής Θεάς των αρχαίων.
Περπατούσε με την αίσθηση πως τα πόδια του δεν αγγίζουν την γη… άλλωστε δεν ήταν καν σίγουρος πως βρισκόταν ακόμη επάνω σε αυτή την γαλαζοπράσινη μπάλα που κρέμεται στη μοναξιά του Χάους και λέγεται «Γη».
Με την άκρη του ματιού του είδε μια ζωγραφιά στον τοίχο, ένα μεγάλο Μάτι σαν ένα Μήνυμα από Αλλού πως κάποιος τον παρακολουθεί… και η σπονδυλική του στήλη είχε πάρει φωτιά.

Έφτασε στο τέλος του δρόμου…
Το περιβάλλον έπαιρνε σιγά σιγά μια χρυσαφένια απόχρωση και η ατμόσφαιρα καθάριζε, ανοίγοντας το οπτικό πεδίο μπροστά του.
Το νεαρό ζευγάρι μπροστά του μιλούσε δυνατά σε μια άγνωστη, λαρυγγώδη γλώσσα.
«Τί πράγμα και αυτό πια στην Αθήνα, έχουμε γεμίσει αλλοδαπούς. Σε λίγο θα πάψουμε να ακούμε Ελληνικά», μουρμούρισε στον εαυτό του και σήκωσε το βλέμμα του για να δει το όνομα του δρόμου στον οποίο βγήκε.
«Hexenwegle», έγραφε η χρυσοπράσινη πινακίδα επάνω στην γωνία, «το μονοπάτι των μαγισσών», μετέφρασε από τα γερμανικά μια γυναικεία φωνή στο μυαλό του.
«Willkommen… Καλώς ήλθες», συνέχισε η μυστηριακή, βαθιά φωνή στην σκέψη του.

Κρύος ιδρώτας τον έκοψε…
Όχι από φόβο, μα από έκπληξη. Έκπληξη γιατί αναγνώρισε μπροστά του τα πρόσωπα που του έγνεφαν, φωνάζοντας χαμογελαστά το όνομά του. Αγνώστους ανθρώπους τους οποίους γνώριζε, μιλώντας του σε μια γλώσσα που δεν ήξερε, μα καταλάβαινε σαν μητρική του. Άνθρωποι άγνωστοι και παράξενα οικείοι που τον φώναζαν με ένα όνομα που δεν ήταν δικό του, μα ήταν το όνομά του…
Οι δικοί του άνθρωποι…

Ένα μαύρο πέπλο κάλυψε τα πάντα και από μακριά φάνηκε να έρχεται κατά πάνω του ένα χρυσαφένιο φως. Όταν αυτό πλησίασε, πήρε την μορφή μιας στροβιλιζόμενης χρυσής σπείρας, στο κέντρο της οποίας δέσποζε ένα πανέμορφο γυναικείο κεφάλι, με ομάδες αστεριών να ξεπροβάλλουν σαν μαλλιά μέσα σε ένα κυανό φωσφορισμό.
«Το déjà vu είναι η υπενθύμιση του Σύμπαντος στον Άνθρωπο πως η Ζωή είναι απλά ένας ρόλος του Παιχνιδιού που πρέπει να παίξει, για να εκπαιδευθεί και να αλλάξει Επίπεδο σαν Παίκτης, αλλά και για να διασκεδάσει την αφόρητη πλήξη της Αθανασίας», ακούστηκε η μελωδική φωνή της Μέδουσας να χαϊδεύει ολάκερη την ύπαρξη του Λύκου…

… η συνέχεια στο βιβλίο.

Επί προσωπικού:
Οι φίλοι που με διαβάζουν και έχουμε περπατήσει παρέα τα δρομάκια που αναφέρω στο μικρό αυτό δοκίμιο, και στην Ελλάδα και στην Γερμανία, φαντάζομαι καταλαβαίνουν σε ποια δρομάκια αναφέρομαι.Στο μικρό στενάκι στην Γερμανία έχω διατηρήσει το όνομά του, άλλωστε είναι προσβάσιμο από μετρημένους ντόπιους κατοίκους που καταλαβαίνουν σε ποιο αναφέρομαι και μιλάνε παράλληλα Ελληνικά, για να διαβάσουν το παρόν κείμενο.
Το στενάκι στο Θησείο όμως, έχει πάρει άλλο όνομα, μιας και δεν θα ήθελα να αποδυναμωθεί με τις βόλτες ανθρώπων που ίσως διαβάσουν το κείμενό μου και πουν να το επισκεφθούν, χαλώντας μας την “Περιπατητική Διαδρομή” του Θησείου.Αλλά είμαι σίγουρος πως θα καταλάβατε πως πρόκειται για το στενάκι στο Θησείο που ΟΛΟΙ φοβόσαστε να περπατήσετε και σας σέρνω σχεδόν με το ζόρι…
εκεί που ένας νεαρός που εκτελέστηκε από τους γερμανούς έχει στοιχειώσει το παράθυρό του.
“Ήταν παιδί ακόμη”…

Ένα μυθιστόρημα «Επιστημονικής Φαντασίας» για τα χρόνια της Κρίσης και την Μαύρη Σκιά που έχει βυθίσει τον πλανήτη Γη στο Σκοτάδι, με τελευταίο προπύργιο Αντίστασης την Κατεχόμενη Ελλάδα των Μνημονίων.
Και η Πραγματικότητα γύρω σας δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια…

Όταν κλείσετε αυτό το βιβλίο, η Πραγματικότητα γύρω σας δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια…
ΕΣΕΙΣ δεν θα είστε ποτέ ξανά οι ίδιοι.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Το Φιλί της Μέδουσας» μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

©2004-2020 Νικόλαος Σ. Παναγοδημητρόπουλος
Σύμβουλος Επιχειρήσεων – Συγγραφέας

Όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο είναι νομικά κατοχυρωμένα και προστατεύονται από τον Νόμο περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται ρητώς η ολική ή μερική αναδημοσίευσή τους, χωρίς να αναφέρεται η Πηγή και το όνομα του συγγραφέα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *